οἰκοδομαῖς

οἰκοδομαῖς
οἰκοδομή
fem dat pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • κονίαμα — το (Α κονίαμα, ιων. τ. κονίημα [κονιώ] νεοελλ. 1. μίγμα από λεπτόκοκκη άμμο, νερό και κονία, που συνήθως είναι ασβέστης ή τσιμέντο, το οποίο χρησιμοποιείται ως συνδετικό υλικό στην τοιχοποιία, κν. λάσπη 2. το επίχρισμα με τέτοιο μίγμα, ο σοβάς… …   Dictionary of Greek

  • συγκαταπίμπρημι — Α καίω κάτι μαζί με άλλα («ὅσα ἐν οίκοδομαῑς ἰδιωτικὰ καὶ δημόσια πάντα συγκατεπίμπρατο>«, Φίλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + καταπίμπρημι «κατακαίω»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”